
Στ. Γιαλάογλου: «Μόνο πράξεις που αντιστρατεύονται το συμφέρον της χώρας είναι προδοσία»
Η συζήτηση περί νομικής δίωξης πολιτικών προσώπων, πρωθυπουργών, υπουργών κλπ., δεν είναι καινούρια. Για την ακρίβεια είναι τόσο παλιά όσο και η παρουσία των μνημονίων στη νεότερη ιστορία της χώρας μας που πλέον κοντεύει να κλείσει μία συνεχόμενη δεκαετία.
Αποτελεί ίσως την αποκρυστάλλωση της οργής του λαού της χώρας για πράξεις και για παραλείψεις των δημοκρατικά εκλεγμένων εκπροσώπων του οι οποίες τον μειώνουν, τον εξοργίζουν αλλά και για τις οποίες οι υπόλογοι έχουν ένα δαιδαλώδες νομικό σύστημα και έναν νόμο «περί ευθύνης υπουργών» για να τους κρατήσει μακριά από τις αίθουσες των δικαστηρίων και κάποια πιθανή ποινική καταδίκη.
Η συχνότερη απειλή που ακούγεται συνήθως από όσους κατά καιρούς κραδαίνουν την πιθανότητα της ποινικής δίωξης ενός πολιτικού προσώπου για πράξεις ή παραλείψεις εθνικά επιζήμιες είτε γεωπολιτικά, είτε οικονομικά είτε και κοινωνικά ακόμη, είναι αυτή της δίωξης με βάση τις διατάξεις περί έσχατης προδοσίας.
Αναλύοντας πάντως νομικά τις προβλέψεις του νομοθέτη για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας της έσχατης προδοσίας εν καιρώ ειρήνης, ο γνωστός Ξανθιώτης ποινικολόγος, κ. Στέργιος Γιαλάογλου, είναι ιδιαίτερα προσεκτικός τονίζοντας ότι: «Για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία της έσχατης προδοσίας θα πρέπει αυτός που κατηγορείται να αποδειχθεί ότι έμπρακτα, κι όχι με λόγια ή δηλώσεις, προκάλεσε βλάβη ή αντιστρατεύτηκε των συμφερόντων της χώρας. Οτιδήποτε άλλο λέγεται είναι απλά μία πολιτική άποψη, όσο εριστική ή λαθεμένη και να είναι, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί επίσης πολιτικά αφού δεν είναι δυνατή η ποινική αντιμετώπισή της αφού έτσι θα επιφέραμε την ποινικοποίηση του πολιτικού διαλόγου που είναι από τα βασικά θεμέλια της δημοκρατίας μας».
Ουσιαστικά επισημαίνεται ένα νομικό κενό στο συγκεκριμένο ζήτημα το οποίο όμως δεν προέρχεται από κάποια παράλειψη του συντακτικού ή του απλού νομοθέτη αλλά από μία στοχευμένη προσπάθεια να προστατευθεί η ελευθερία του λόγου και ο πολιτικός διάλογος με αποτέλεσμα τελικά οι διάφοροι αντεθνικοί «τελάληδες», στο επίπεδο των οποίων κατάφερε με τις τελευταίες του δηλώσεις να περιπέσει και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης κ. Γιάννης Μπουτάρης με τις εξοργιστικές του τοποθετήσεις για το σκοπιανό ζήτημα, να πρέπει να τίθενται αποκλειστικά και μόνο στην κρίση του λαού κι όχι του νόμου.
ΣΤ. ΓΙΑΛΑΟΓΛΟΥ: «Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΔΙΩΚΕΤΑΙ ΜΕ ΣΥΓΚΕΡΚΙΜΕΝΟΥ ΟΡΟΥΣ»
Αναλυτικότερα ο κ. Γιαλάογλου τόνισε ότι: «Κατ’ αρχήν πρέπει να κάνουμε απολύτως σαφές ότι οποιαδήποτε δήλωση, όσο προκλητική και να μας φαίνεται σαν πολίτες, δεν μπορεί να εκληφθεί ότι στοιχειοθετεί εσχάτη προδοσία. Η έκφραση πολιτικών θέσεων δεν μπορεί να ποινικοποιηθεί. Γιατί αυτό που βλέπουμε πολλές φορές είναι καθαρά η έκφραση μιας πολιτικής θέσης έστω κι από ένα καθεστώς ή έναν πολιτικό αμφισβητούμενο. Η μόνη δυνατή αντίκρουση μιας τέτοιας θέσης μπορεί να είναι πολιτική, μέσα στο πλαίσιο μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και τίποτε άλλο. Για να στοιχειοθετηθεί άλλωστε η εσχάτη προδοσία πρέπει να αποδειχθεί ότι με πράξεις κάποιος αντιστρατεύτηκε τα συμφέροντα του κράτους. Αυτό όμως πρέπει να γίνει με συγκεκριμένες πράξεις και θετικές ενέργειες που να μπορούν να αποδειχθούν κι όχι επειδή κάποιος εξέφρασε μία άποψη που να αναφέρει για παράδειγμα ότι μπορεί να βρίσκει επωφελή την σύναψη συμφωνάς με τα Σκόπια με την παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας. Δεν μπορεί να ποινικοποιείται η πολιτική ενώ παράλληλα έτσι περιορίζεται και η ελευθερία του λόγου. Σε τελική ανάλυση πιστεύω πως αν αυτή η συζήτηση περί ποινικής δίωξης για λόγους έσχατης προδοσίας αρχίσει να παίρνει διαστάσεις θα αρχίσω να πιστεύω ότι ζούμε σε ένα καταπιεστικό καθεστώς. Ας κρατήσουμε μία στοιχειώδη σοβαρότητα σε αυτά τα πράγματα. Ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Η αντίδραση πάνω στα νεύρα κάποιου μπορεί να είναι να θέλει να μηνύσει κάποιον για έσχατη προδοσία όμως όταν καταφεύγεις σε κάποιον να σου δώσει μία νομική συμβουλή δεν πρέπει κι αυτή να είναι το ίδιο εν θερμώ αλλά νηφάλια. Μπορεί λοιπόν κάποιος να εκφράζει μία λαθεμένη θέση όμως πρέπει να του αντιπαρατεθούμε με επιχειρήματα ή μπορεί να χαρακτηρίσουμε το επιχείρημά του φαιδρό όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλήσουμε μέσα σε αυτό το πλαίσιο για έσχατη προδοσία. Αυτή η συζήτηση, πρέπει να πω ότι δείχνει πως όσο περισσότερο έχουμε τέτοιες αντιδράσεις εν θερμώ που βάζουν την δικαιοσύνη στο πλαίσιο της πολιτικής, τόσο περισσότερο εμφανής γίνεται η έλλειψη σε σοβαρό πολιτικό κεφάλαιο που έχουμε στο τόπο μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως είναι που ζητείται η παρέμβαση της δικαιοσύνης. Όμως τι θα κάνουμε τώρα; Θα βάλουμε την δικαιοσύνη να “μαλώσει” τους πολιτικούς των οποίων οι απόψεις δεν είναι αρεστές σε κάποιους, λίγους ή πολλούς. Όχι, δεν γίνεται έτσι. Δεν είναι αυτή η λειτουργία της δικαιοσύνης αλλά ούτε και της πολιτικής. Η πολιτική πρέπει να εξυψώνει τον πολίτη, να του ανεβάζει επίπεδο και να τον κάνει άτομο με ευρεία αντίληψη, να δέχεται την άποψη του αντιπάλου και να την κλονίζει με επιχειρήματα. Αυτή άλλωστε είναι και η ουσία του πολιτικού διαλόγου. Ούτε να φωνάζουμε στις τηλεοράσεις, ούτε να κουνάμε λάβαρα, ούτε γενικότερα να είμαστε ή να προκαλούμε ταραχή»